Κυριακή 14 Αυγούστου 2011

Τα μυστικά των αστακοκυνηγών

Ένα από τα πιο σπάνια είδη θαλασσινού που ως μεζές θεωρείται απ'τους πιο εκλεκτούς κινδυνεύει με αφανισμό. 





Ειδικά φέτος που τα μεγάλα παράκτια αλιευτικά ξέμειναν από ξιφία και μπακαλιάρο. Ο αστακός ζει σε καθαρά πελάγη και έχει ιδιαίτερη συμπάθεια στα δροσερά νερά. Το χειμώνα τον βρίσκουμε κοντά στο γιαλό και είναι μαυριδερός, ενώ το καλοκαίρι προτιμά τα βαθιά, χωρίς ποτέ να ξεπερνάει τα 200 μέτρα βάθος (εξού και η ονομασία «βαθύτης»), και τότε το κέλυφός του αποκτά μια ξανθή απόχρωση.
Το ψάρεμα του αστακού συνεχίζεται με ενδιάμεσα διαλείμματα που ξεκινούν όταν μειώνεται ο αριθμός τους και τελειώνουν όταν γεμίζουν πάλι οι «καβουριές».
Ο αστακός, είδος το οποίο έχει πολύ αργή ανάπτυξη (μόλις 70 με 100 gr. το χρόνο) απαντά κατά κύριο λόγο πάνω στους βυθούς με τραγάνα (βυθός σκεπασμένος από τους ασβεστώδεις σκελετούς μικροοργανισμών και έχει τη μορφή βράχου). Προστατευόμενος βυθός σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό κανονισμό 1967/2006) και σε βάθη από 60 έως 130 μέτρα. Ετσι λοιπόν μπορεί να βρεθεί σε όλο σχεδόν το Αιγαίο, από τη Σκύρο έως τις νότιες Κυκλάδες στους συγκεκριμένους βυθούς. Η αλιεία του κατά κύριο λόγο γίνεται με χοντρά μανωμένα δίχτυα και απαιτεί σκληρή και επίπονη προσπάθεια. Αυτός ήταν και ο λόγος που στο παρελθόν δραστηριοποιούνταν ορισμένα σκάφη στην αλιεία του.
«Η μεγάλη ζήτηση των τελευταίων ετών, καθώς και η υψηλή τιμή του (σε τουριστικές περιοχές είχε φτάσει τα 55 ευρώ το κιλό έκανε όλο και περισσότερους αλιείς να ψαρεύουν τον αστακό» μας λέει ο Δημήτρης Ζάννες, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Συλλόγων Επαγγελματικής Αλιείας Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου.
«Η πίεση αυξήθηκε παραπάνω με τη μείωση άλλων ειδών που έπιαναν μεγάλα παράκτια αλιευτικά, όπως ο ξιφίας και ο μπακαλιάρος, και τη στροφή προς την αλιεία του αστακού. Η χρήση πολλών χιλιομέτρων διχτυών σε καθημερινή βάση και άλλες καταστροφικές πρακτικές όπως η τοποθέτηση δολωμάτων πάνω στα δίχτυα και η πολυήμερη παραμονή των διχτυών στη θάλασσα, έφεραν ακόμα μεγαλύτερη μείωση του πληθυσμού του και καταστροφή των ευαίσθητων βυθών όπου ζει ο αστακός. Επίσης η χρήση μεγάλου αριθμού ιχθυοπαγίδων (κιούρτων) από κάποια αλιευτικά και η σύλληψη μικρών αστακών κάτω του επιτρεπόμενου μεγέθους δυστυχώς συμπληρώνουν την καταστροφή και προδιαγράφουν την πορεία του είδους στις ελληνικές θάλασσες».
Οι ψαράδες υποστηρίζουν πως η γνωστή σε όλους αστακομακαρονάδα είναι βέβαιο ότι σε λίγα χρόνια θα γίνεται μόνο με αστακούς προερχόμενους από καλλιέργειες εξωτερικού με ό,τι συνεπάγεται αυτό.
Αν κάτι τέτοιο μας τρομάζει και θέλουμε να το αποτρέψουμε θα πρέπει η μεν πολιτεία να θεσπίσει άμεσα κανόνες για την αλιεία του αστακού καθώς και την προστασία των ενδιαιτημάτων του οι δε καταναλωτές να προσπαθήσουν να προσαρμόσουν τις συνήθειές τους και να ζητούν αστακούς άνω του επιτρεπόμενου μεγέθους και μόνο την εποχή που επιτρέπεται η αλιεία του (1 Ιανουαρίου έως 31 Αυγούστου) καθώς τον υπόλοιπο χρόνο είναι περίοδος αναπαραγωγής.
Για τον Νίκο Λιζάρδο, ψαρά από τη Μήλο, «ο αστακός είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το τι πρόκειται να γίνει και με τα υπόλοιπα εμπορικά είδη των ελληνικών θαλασσών.
Η ανύπαρκτη αλιευτική πολιτική καθώς και η έλλειψη ελέγχου από την πλευρά της πολιτείας, η απόγνωση λόγω των πολύ χαμηλών παραγωγών και η ανυπαρξία εκπαίδευσης από την πλευρά των αλιέων καθώς και μια αγορά η οποία πιέζει σύμφωνα με τις ανάγκες των καταναλωτών χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις δυνατότητες παραγωγής της θάλασσας, ωθούν τα ψάρια του Αιγαίου προς εξαφάνιση. Σε μια εποχή όπου αναθεωρούμε τον τρόπο σκέψης και δράσης μας ας αναθεωρήσουμε, πολιτεία και πολίτες, τη στάση μας απέναντι στη «θάλασσα που αγκαλιάζει» την Ελλάδα.
Εκτός από τις Κυκλάδες εξαιρετικός ψαρότοπος για αστακούς είναι η Σκύρος. Εκτός του αστακού που φτάνει, το πολύ, μέχρι 4,5 κιλά, υπάρχει και η λεγόμενη αστακοκαραβίδα ή αλλιώς «πολίτης» που μπορεί να φτάσει μέχρι και τα 8 κιλά (έχει και δαγκάνες). Σπάνια επίσης συναντάται και ένα είδος των ρηχών νερών που ονομάζεται ταρακούκος.
Το ψάρεμα του αστακού
Γίνεται με δίχτυ με μεγάλο μάτι στις «τραγάνες», δηλαδή σε ομαλούς, πετρώδεις βυθούς που βρίσκονται σε συγκεκριμένες τοποθεσίες, τις «καβουριές». Εκεί, οι ψαράδες ρίχνουν τα δίχτυα τους και τ'αφήνουν τουλάχιστον δέκα ώρες μέσα στη θάλασσα, μάλιστα σε περιπτώσεις τρικυμίας μπορεί να τ'αφήσουν μέχρι και δύο μέρες.
Αυτό εξηγεί και το φαινόμενο του «άδειου» αστακού γύρω απ'τον οποίο έχει δημιουργηθεί ένας μύθος. Τίποτα το ανεξήγητο δεν υπάρχει σ'αυτό, αφού, καθώς μας λένε οι ψαράδες, οι αστακοί πιασμένοι στα δίχτυα, μπορεί να δεχθούν επίθεση είτε από κάποιο χταπόδι ή από τις «μαμουρήθρες» (ένα είδος σκουληκιού που πάει κατά χιλιάδες) με αποτέλεσμα, μέχρι να τραβηχτούν τα δίχτυα να μην έχει μείνει παρά μόνο το κέλυφος. Περισσότερα στο http://fishingmania.pblogs.gr
Τα είδη των αστακών
PALINURUS VULGARIS. Με την ονομασία αστακός είναι γνωστά στην Ελλάδα τρία είδη δεκάποδων μακρύουρων μαλακοστράκων που ανήκουν σε δύο διαφορετικές οικογένειες, την οικογένεια των αστακίδων και στην οικογένεια των παλινουριδών.
Και τα τρία αυτά γένη μοιάζουν πολύ μεταξύ τους και είναι περιζήτητα τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική για το νοστιμότατο κρέας τους. Ο πιο κοινός, σπουδαιότερος αλλά και οικονομικότερος εξ αυτών είναι ο «αστακός χόμαρος» (homard), γνωστότερος στην Ελλάδα ως «θαλασσινός αστακός» ή «καραβιδομάνα» ή «καραβιδαστακός», είναι αυτός που φέρει δύο μεγάλες δαγκάνες, τον οποίο και θεωρούν οι Ευρωπαίοι γνήσιο αστακό.
Για τον ελλαδικό χώρο όμως περισσότερο γνωστός είναι ο «αστακός ο παλίουρος» (Palinurus) που φέρει δύο μεγάλες κεραίες αντί δαγκάνες, πρόκειται γι'αυτόν που οι Γάλλοι τον αποκαλούν «langouste». Τέλος ο «αμερικανικός αστακός» που είναι είδος χούμαρου με δαγκανες και εισάγεται από την Αμερική.
Εκτός όμως αυτών υπάρχουν και αστακοί γλυκέων υδάτων που ζουν σε εκβολές ποταμών, λίμνες και στάσιμα αλλά καθαρά ύδατα. Τέτοιοι είναι ο αστακός ο ευγενής, ο αστακός ο λευκόπους και ο αστακός ο ποτάμιος.
Πότε είναι φρέσκος ο αστακός
Αν το χρώμα του αστακού είναι καφέ - κόκκινο, είναι ελληνικός, ο οποίος είναι συνήθως φρέσκος. Αν είναι γκριζωπό, λέγεται και αστακοκαραβίδα και το χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι ότι έχει μεγάλες δαγκάνες. Οι γκρίζοι αστακοί είναι εισαγωγής και συνήθως εισάγονται ζωντανοί. Οι καφετί είναι κυρίως εισαγωγής από την Κούβα και μπορεί να είναι ζωντανοί ή κατεψυγμένοι. Στον ελληνικό αστακό θα πρέπει να προσθέσουμε και έναν τύπο αστακού που λέγεται κωλοχτύπα (εξαιτίας του τρόπου που κινείται στη θάλασσα). Αυτό το είδος αστακού ψαρεύεται κυρίως στη Νότια Πελοπόννησο και στις Κυκλάδες (οι ντόπιοι το λένε καραβίδα, αλλά δεν είναι), έχει το χρώμα του αστακού και το χαρακτηριστικό του είναι ότι έχει μικρό κεφάλι, μεγάλο σώμα και καθόλου δαγκάνες. Θεωρείται ιδανικός για την αστακομακαρονάδα, ακριβώς λόγω της μορφής του (χωρίς δαγκάνες, με πολύ κρέας).
[enet.gr]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου